Sunday, January 29, 2012

Η αγάπη και το μίσος




Είχα να δω τον Ταντάσι για πάνω από είκοσι χρόνια. Οι βραδιές που με την υπόλοιπη παρέα εξερευνούσαμε και ανακαλύπταμε τη νυχτερινή ζωή της Νέας Υόρκης είχαν μείνει χαραγμένες βαθιά στη μνήμη μου αλλά δεν γνώριζα με τι εντυπώσεις τις θυμόταν εκείνος.

Ο Ταντάσι ήταν ο γραφικός τύπος της παρέας. Μίλαγε σε όλους, τους πείραζε, τον πείραζαν και ήταν πάντα χαμογελαστός. Θυμάμαι ένα βράδυ που είχα τις κλειστές μου και δεν είχα όρεξη για τα αστεία του. Ήρθε και μου ζήτησε να του μάθω μια καινούργια φράση στα Ελληνικά. Του είπα ότι θα του μάθω να λέει "Με τέτοια καλή παρέα πάω οπουδήποτε". Αντί γι' αυτό του έμαθα να λέει "Σας τα έχω πρήξει με τις ερωτήσεις μου". Και μπορώ να πω ότι κατάφερε να το αρθρώσει σχεδόν άψογα σε τέσσερις άλλους Έλληνες που ήταν στην παρέα εκείνο το βράδυ. Αυτοί γελούσαν ασταμάτητα. Και κείνος δε ρωτούσε γιατί. Γελούσε ακόμη περισσότερο...

Το εστιατόριο ήταν μικρό και παράμερο αλλά δεν έπεφτε ούτε καρφίτσα. Ο Ταντάσι μου εξήγησε ότι ήταν ένα από τα μυστικά του Κυότο και ότι έκλεισε το τραπέζι αμέσως μόλις τον ειδοποίησα για την επίσκεψή μου. Δεν άργησα να καταλάβω το γιατί. Είχα δειπνήσει σε πολλά Γιαπωνέζικα εστιατόρια. Αλλά αυτό ήταν κάτι διαφορετικό. Δεν ήρθαν ποτέ να πάρουν παραγγελία. Απλώς μας ρώτησαν αν θα πίναμε. Μετά από αυτό άρχισαν να μας φέρνουν δίσκους με σούσι και σάκε μέχρι που χρειάστηκε να τους σταματήσουμε. Κάθε δίσκος ήταν διαφορετικός από τον προηγούμενο και δεν έμοιαζε με τίποτε απ' ότι είχα δοκιμάσει. Κάθε μπουκιά ήταν μια ξεχωριστή δημιουργία που κυριολεκτικά μιλούσε στο στόμα σου.

Η συζήτησή μας στην αρχή ήταν τυπική: δουλειά, οικογένεια, σχέδια κλπ. Το σάκε όμως σύντομα μας χαλάρωσε και αρχίσαμε να θυμόμαστε τα παλιά. Χωρίς να αναφέρω τίποτε μου θύμισε για τα Ελληνικά που του είχα μάθει και έμεινα με τα μάτια γουρλωμένα όταν τον άκουσα να λέει αργά και καθαρά: "Σας τα έχω πρήξει με τις ερωτήσεις μου". Δεν γέλασα όπως θα είχα κάνει είκοσι χρόνια πριν. Αντί γι' αυτό έσκυψα το κεφάλι μου και κοίταξα το ποτήρι μου που ήταν μισοάδειο. Τι έπρεπε να κάνω; Να τον αφήσω στην πλάνη του ή να διακινδυνεύσω να τινάξω στον αέρα ένα υπέροχο δείπνο. Γιατί απ' όλες τις φράσεις που του είχα μάθει, έπρεπε να θυμηθεί αυτή.

Τον κοίταξα στα μάτια και σα μικρό παιδί που το είχαν πιάσει να κλέβει γκαζές από το βάζο, του εξήγησα την πραγματική σημασία της φράσης. "Καμπάι!" μου είπε προτείνοντας το ποτήρι του. Δε φαινόταν να τον έχει πειράξει καθόλου. "Το δώρο της ειλικρίνειας είναι ανεκτίμητο" μου είπε. "Θα σου κάνω κι εγώ ένα δώρο" συνέχισε. Είχα ήδη μείνει να τον κοιτάω σα χάνος. Μου προσέφερε, σα δώρο, πέντε λεπτά κουβέντας με ένα "σοφό" που κατοικούσε λίγο έξω από το Κυότο. Τα πέντε αυτά λεπτά κόστιζαν το αντίστοιχο των εκατό ευρώ. Ο σενσέι όπως τον αποκαλούσαν συγκέντρωνε τα χρήματα αυτά και τα διοχέτευε σε φιλανθρωπικούς σκοπούς. Ο ίδιος ζούσε πολύ λιτά και συναντιόταν με ανθρώπους για τρεις ώρες την ημέρα. Αφιέρωνε τον υπόλοιπο χρόνο του στη μελέτη και την περισυλλογή.

Τα πάντα ήταν ακριβώς όπως τα περιέγραψε ο Ταντάσι. Η αυλή του σπιτιού του σενσέι ήταν κατάμεστη αλλά όλοι ήταν ήσυχοι και πειθαρχημένοι. Όταν έφτασε η ώρα μου, μπήκα στο φυσικά φωτισμένο δωμάτιο του σενσέι. Καθόταν πίσω από ένα ξύλινο, λιτό μα κομψό γραφείο σε μια καρέκλα που φαινόταν κάτι λιγότερο αναπαυτική. Άρχισσα να κοιτάζω τις πολλές φωτογραφίες και εικόνες που στόλιζαν τους τοίχους. Μια πραγματικά αλλόκοτη συλλογή. Εικόνες της φύσης, πορτραίτα ανθρώπων που δε γνώριζα και αποκόμματα από εφημερίδες που δεν μπορούσα να διακρίνω. Ο σενσέι με μελετούσε προσεκτικά. το βλέμμα του πήγαινε από τα μάτια μου, στα χέρια μου έκανε ένα γύρο στα ρούχα που φορούσα και μετά πάλι απ' την αρχή.

Αφού είχε περάσει πάνω από μισό λεπτό, τον άκουσα να λέει: "Καταλαβαίνεις Γιαπωνέζικα;". "Αν μιλάτε καθαρά και αργά θα σας καταλάβω" του αποκρίθηκα. "Τι ψάχνεις;" με ρώτησε τονίζοντας τη λέξη που έχει δυνητικά την έννοια της εσωτερικής και πνευματικής αναζήτησης. Ένιωσα αμήχανα. Δεν ήμουν προετοιμασμένος για την κουβέντα μας. Ποτέ μου δεν πίστευα σε γκουρού, σοφούς και λοιπούς σωτήρες. Όταν ο Ταντάσι μάλιστα μου είπε για το "δώρο" του ένιωσα παράξενα και δεν αρνήθηκα μόνο και μόνο για να μην τον προσβάλω.

"Πέστε μου κάτι που να μην έχω ακούσει ποτέ." του είπα με μια ελαφριά περιπαιχτική διάθεση. "Θα σου μάθω μια καινούργια λέξη. Μια λέξη που εσείς οι δυτικοί συχνά προσπερνάτε." είπε με μια σταθερή και γλυκειά φωνή. Διάλεγε τις εκφράσεις του πολύ επιδέξια. Το ύφος του δεν ήταν υπεροπτικό αλλά ο λόγος του είχε σθένος. "Είναι η λέξη "αιζόο". Σημαίνει αγάπη και μίσος, ταυτόχρονα."

"Τι θα πει αυτό;" τον ρώτησα. "Δεν μπορώ να σου εξηγήσω τι θα πει. Για σκέψου απλά κάτι από τη ζωή σου που σε έκανε να νιώσεις αυτά τα δύο συναισθήματα με αλλεπάλληλες εναλλαγές. Κάθε άνθρωπος το περνάει αυτό τουλάχιστο μια φορά στη ζωή του. Δεν ξέρει να το εξηγήσει γιατί θεωρεί ότι η αγάπη και το μίσος είναι δύο τελείως διαφορετικά πράγματα. Και κάπως έτσι είναι. Αλλά που και που όταν το ένα από τα δύο γίνεται υπέρμετρο τότε έλκει και το άλλο δίπλα του. Και αυτό δε γίνεται μόνο με την αγάπη και το μίσος. Πολλά αντίθετα συνυπάρχουν εκεί που δεν το περιμένουμε. Η δύναμη πάει χέρι χέρι με την αδυναμία και η σοφία με την αμυαλιά. Βλέπεις η φύση είναι σοφή. Βάζει το δηλητήριο μαζί με το αντίδοτο."

Η νους μου άρχισε να τρέχει με γρήγορους ρυθμούς. Ο σενσέι είχε περιγράψει εμπειρίες που είχα ζήσει αλλά δεν είχα καταλάβει με τον τρόπο που μου εξήγησε. Άρχισα να μαγεύομαι από την απλότητα και τη δύναμη του συλλογισμού του. Οι λέξεις του μου είχαν φανερώσει κάτι που χρόνια υπήρχε γύρω μου αλλά ποτέ δεν είχα αναγνωρίσει. Δεν βρήκα τι να αποκριθώ. Αντί γι αυτό άρχισα να τον κοιτώ, να τον μελετώ. Το βλέμμα μου πήγαινε από τα μάτια του στα χέρια του, έκανε ένα γύρο στα ρούχα του και μετά πάλι από την αρχή. Εκείνος ήρεμα κοίταγε τις εικόνες και τις φωτογραφίες που ήταν κρεμασμένες στους τοίχους.

Saturday, May 29, 2010

Παχνίδια της Ανοιξης






Πριν από πολλά χρόνια υπηρετούσα τη θητεία μου σε ένα Αιγαιοπελαγίτικο νησί. Μετά τους τρείς πρώτους μήνες, είχα νιώσει την κούραση, τη βαρεμάρα και τον εκνευρισμό να κάθονται σα λίγδα σε όλο μου το κορμί. Ευτυχώς είχα ένα ξάδελφο που σπούδαζε στην πρωτεύουσα του νησιού και τον οποίο επισκεπτόμουν σε κάθε ευκαιρία. Κάθε φορά που πήγαινα εκεί, έκανα τα απλά πράγματα, που μου έλειπαν στο στρατόπεδο, και μου θύμιζαν βασανιστικά πόσο παραβλέπουμε κάποιες μικρές καθημερινές χαρές στη ζωή μας.

Το στρατόπεδο απείχε μια ώρα από την πόλη, που συνήθως γινόταν μιάμιση από το παλιό λεωφορείο και τις πολλές στάσεις. Κάθε δέκα λεπτά σταματούσαμε σε ένα χωριό: κάποιοι έβγαιναν, κάποιοι έμπαιναν. Όταν η επιβίβαση και η αποβίβαση ολοκληρώνονταν, τότε ακουγόταν η βαριά και μακρόσυρτη φωνή του εισπράκτορα: "Φύγε...".

Στις περισσότερες διαδρομές με έπαιρνε ο ύπνος. Κάποτε, κάποιος με είχε ξυπνήσει γιατί όχι μόνο χασμουριόμουν βαριά αλλά είχα κάνει και τον ώμο του μαξιλάρι. Μέρικες φορές έπαιρνα κάτι μαζί μου για να διαβάζω αλλά αυτό ήταν αρκετά δύσκολο στην κατάσταση υπνηλίας στην οποία βρισκόμουν. Όσοι πήγαν φαντάροι ξέρουν καλά τι εννοώ.

Σε μία από αυτές τις διαδρομές, καθόμουν και χάζευα από το παράθυρο. Ήταν Άνοιξη και τα πάντα είχαν ξεπεταχτεί ζητώντας άπληστα να αναπνεύσουν και να ζήσουν: λουλούδια, φυλλώματα, πουλιά, χρώματα και ήχοι. Για μια στιγμή ένιωθα ότι η θητεία μου είχε βρει νόημα. Και το νόημα της δεν ήταν να υπηρετήσω την πατρίδα μου αλλά να γνωρίσω την πατρίδα μου, τουλάχιστο την πλευρά της που ήταν αθέατη στη βαβούρα της Αθήνας.

Το λεωφορείο έκανε τη δεύτερη στάση του. Ένα κορίτσι γύρω στα δεκαπέντε ή δεκάξι ανέβηκε. Δεν υπήρχαν άδειες θέσεις και έτσι προχώρησε στη μέση του λεωφορείου και κάθησε όρθια. Είχε τσάντα στον ώμο και μάλλον θα πήγαινε σε κάποιο φροντιστήριο στην πόλη.

Όντας φαντάρος, αντιμετώπιζα με εξεταστικό βλέμμα κάθε γυναικεία παρουσία. Το κορίτσι αυτό βρισκόταν ακριβώς στο κατώφλι εκείνο που οδηγεί από την παιδική ηλικία στο στάδιο που θα την έβλεπαν όλοι σα γυναίκα. Με λεπτά χαρακτηριστικά, καστανά ίσια μαλλιά ως τον ώμο και μια αόριστη γλύκα στο παρουσιαστικό της.

Αφού την περιεργάστηκα με το βλέμμα μου μερικά δευτερόλεπτα, το μάτια άρχισαν πάλι να κλείνουν. Τότε, απότομα, το λεωφορείο φρέναρε γιατί κάτι πετάχτηκε στην αντίθετη κατεύθυνση. Η μικρή, που χάζευα ένα λεπτό πριν, έχασε την ισορροπία της και τελευταία στιγμή κρατήθηκε να μην πέσει. Η τσάντα, που είχε στον ώμο της, γλύστρησε και σωριάστηκε στο πάτωμα. Πολλά μάτια καρφώθηκαν επάνω της λόγω του θορύβου. Και τότε έγινε κάτι αρκετά χαριτωμένο.

Ένα αγόρι, στην ηλικία του κοριτσιού, πετάχτηκε από τη θέση του και τη βοήθησε να πάρει την τσάντα της. Σα να μην ήταν αρκετό αυτό, της πρόσφερε και το κάθισμα του. Το κορίτσι τον κοίταξε λίγο δειλά και δίστασε να δεχτεί αλλά στο τέλος, και αφού εκείνος επέμεινε, τον ευχαρίστησε και κάθησε. Στο μεταξύ εγώ είχα ξυπνήσει για τα καλά από το τίναγμα.

Στο υπόλοιπο της διαδρομής τα δύο νέα παιδιά συζητούσαν ασταμάτητα. Από εκεί που ήμουν έβλεπα το πρόσωπο του αγοριού που έλαμπε καθώς κοίταζε το μικρό κορίτσι. Αν άλλαζες τα ρούχα και το σκηνικό τότε θα μπορούσε να είναι μια σελίδα από ένα παραμύθι: το πριγκηπόπουλο που συνάντησε την αγαπημένη του.

Στο τέλος της διαδρομής είδα τα δύο παιδιά να απομακρύνονται περπατώντας μαζί χωρίς να έχουν διακόψει για ένα δευτερόλεπτο τη συζήτησή τους. Καθώς τους χάζευα, είχα την περιέργεια για το αν αυτή η τυχαία γνωριμία θα οδηγούσε σε κάτι πιο μόνιμο και ένιωθα τη χαρά ότι αν αυτό συνέβαινε τότε θα είχα υπάρξει μάρτυρας σε μία γέννηση.

Μετά το περιστατικό αυτό ξαναγύρισα στη ζωή του στρατοπέδου και σχεδόν ξέχασα τα βλέμματα που είχα δει να ανταλλάσσουν τα δυο παιδιά. Πρέπει να είχε περάσει κανας μήνας όταν βρέθηκα πάλι στο ίδιο λεωφορείο. Και πάλι ήμουν νυσταγμένος όπως πάντα. Είχα καθίσει στο παράθυρο και χάζευα πάλι έξω. Η θέση δίπλα μου ήταν κενή και είχα απλωθεί για τα καλά μέχρι που σε μια στάση ήρθε κάποιος να κάτσει.

Στην αρχή δεν έδωσα σημασία μέχρι που συνειδητοποίησα ότι ο διπλανός μου δεν ήταν άλλος από το νεαρό αγόρι που είχα παρακολουθήσει με τόσο ενδιαφέρον πριν από μερικό καιρό. Τα μαλλιά του ήταν διαφορετικά και τα ρούχα του πιο ελαφρά άλλα θυμόμουν με φωτογραφική ακρίβεια τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Για κάποια στιγμή μου πέρασε από το μυαλό να του μιλήσω και να προσπαθήσω να μάθω τι έγινε με το μικρό κορίτσι αλλά θεώρησα ότι θα γινόμουν πολύ αδιάκριτος.

Δεν ξέρω αν είχα τελειώσει καλά-καλά τη σκέψη μου όταν στην επόμενη στάση βλέπω με μεγάλη έκπληξη το γνώριμο λεπτοκαμωμένο κορίτσι να ανεβαίνει στο λεωφορείο. Χάρηκα γιατί κατάλαβα ότι η περιέργεια μου θα μπορούσε να ικανοποιηθεί από στιγμή σε στιγμή. Αλλά τότε έγινε κάτι που δεν το περίμενα ποτέ μου. Το μικρό κορίτσι προχώρησε και στάθηκε όρθια λίγο πιο μπροστά από το κάθισμά μας χωρίς καν να μιλήσει ή να γυρίσει να κοιτάξει το αγόρι.

Ο ενθουσιασμός που είχα όταν την έιδα να προβάλει έγινε κομμάτια. Τη θέση του πήρε μια βαθιά απογοήτευση. Τι να είχε συμβεί στο μήνα που είχε μεσολαβήσει; Ήμουν σίγουρος ότι το αγόρι είχε δει το κορίτσι και το πιο πιθανό είναι ότι και εκείνη τον είχε δει. Γιατί δε μιλιόνταν; Ένιωθα τη χαρά που είχα νιώσει την προηγούμενη φορά να έχει προδοθεί με το χειρότερο τρόπο.

Σχεδόν θυμωμένος γύρισα από την άλλη και έγειρα το κεφάλι μου πάνω στο τζάμι του λεωφορείου. Μια και έκανα τη θητεία μου στο νησί αυτό, δεν το αγαπούσα ιδιαίτερα. Εκείνη τη στιγμή όμως ένιωθα να το μισό. Η μόνη γνήσια ανθρώπινη χαρά που είχα νιώσει είχε αποδειχθεί πλάνη μέσα σε δευτερόλεπτα.

Ήμουν έτοιμος να αποκοιμηθώ όταν ξαφνικά ακούστηκε ένας θόρυβος. Γυρνάω και βλέπω ότι η τσάντα είχε κυλήσει από τον ώμο του μικρού κοριτσιού. Δεν είχε προηγηθεί φρενάρισμα αυτή τη φορά. Ίσως να ήταν η απροσεξία της αλλά ανεξάρτητα από το αν φρέναρε ή όχι το λεωφορείο φαινόταν να βλέπω με καρμπόν αυτά που είχα δει και την περασμένη φορά. Το αγόρι πετάχτηκε από τη θέση του και τη βοήθησε να σηκώσει την τσάντα. Όχι μόνο αυτό αλλά της πρόσφερε και τη θέση του.

Δεν πίστευα στα μάτια μου αλλά συνέχισα να δείχνω αδιάφορος έτσι ώστε να παρατηρήσω τι θα γίνει. Και πραγματικά ήταν σα να παιζόταν η ίδια ταινία που είχα δει και την προηγούμενη φορά. Μόνο που τώρα είχα θέση στην πρώτη σειρά και μπορούσα να ακούσω και τους διαλόγους. Έμαθα πώς έλεγαν τα παιδιά, τι τάξη πήγαιναν, σε ποια χωριά έμεναν, σε ποιο φροντιστήριο πήγαιναν, τι ήθελαν να σπουδάσουν, τι μουσική άκουγαν, ποιες ταινίες τους άρεσαν και ότι άλλο μπορεί να χωρέσει στη μισή ώρα της διαδρομής. Μιλούσαν ασταμάτητα και τα πρόσωπά τους έλαμπαν όπως ακριβώς και την πρώτη φορά. Δε γύρισαν να με κοιτάξουν ούτε μια στιγμή. Ήταν σα να μην τους ένοιαζε τίποτε άλλο στον κόσμο. Ακόμη και αυτά που έλεγαν φαίνονταν τόσο ανούσια και ήταν προφανές ότι δεν νοιάζονταν για αυτά που συζητούσαν. Απλά λάτρευε ο ένας την παρουσία του άλλου και όλα τα υπόλοιπα έμπαιναν σε δεύτερη μοίρα.

Φυσικά όταν φτάσαμε, προχώρησαν μαζί και απομακρύνθηκαν. Είχα καθήσει και τους χάζευα σχεδόν αποσβολωμένος.

Δεν τους ξαναείδα ποτέ. Πολλές φορές καθόμουν και αναρωτιόμουν αν τα δύο πανομοιότυπα περιστατικά είχαν συμβεί ή ήταν γέννημα του κουρασμένου μου μυαλού. Τι παιχνίδι έπαιζαν τα δύο αυτά παιδιά; Είχε σχέση με τους κανόνες που υπάρχουν στις μικρές αυτές κοινωνίες ή απλά τους είχε συνεπάρει η μαγεία της πρώτης τους συνάντησης και ήθελαν να γεύονται αυτή την πρώτη τους χαρά ξανά και ξανά;

Δε νομίζω ότι θα πάρω απαντήσεις σε όλα αυτά. Δε μου χρειάζονται, στο κάτω-κάτω. Η χαρά που μου χάρισαν τα δύο αυτά παιδιά με το ανοιξιάτικο αυτό παιχνίδι τους είναι τόση που καμμιά φορά θαρρώ πως καταλαβαίνω πώς ένιωθε ο μικρός Στρατής κάθε φορά που συναντούσε την Ελένη του για πρώτη φορά.

Sunday, March 21, 2010

Ένα κρυφό δάκρυ


Η πόρτα του δωματίου έκλεισε και πήρα μια βαθιά ανάσα. Η πτήση στο Λονδίνο ήταν πολύ κουραστική: απρόσμενες αναταράξεις, συνεχές σέρβις, ατελείωτες ερωτήσεις. Το να βρίσκομαι επιτέλους στο ξενοδοχείο μου ήταν μια ανακούφιση. Αντί να κάθομαι να σχεδιάζω την παρουσίαση που είχα να κάνω σε δύο ημέρες, σήκωσα το ακουστικό και τηλεφώνησα στο φίλο μου από τα παλιά. Είχα να τον δω πάνω από δέκα χρόνια, και έχοντας ανταλλάξει δυο-τρία βιαστηκά ηλεκτρονικά μηνύματα, είχαμε συμφωνήσει να βρεθούμε το πρώτο βράδυ της παραμονής μου στο Λονδίνο. Μου είχε υποσχεθεί ότι είχε ετοιμάσει κάτι σπέσιαλ... Αυτή η λέξη είχε πάντοτε μια παράξενη επίδραση στη διάθεσή μου.

"Να ντυθείς καλά. Σα να πηγαίνεις σε γάμο." μου είπε στο τηλέφωνο κρατώντας για έκπληξη όλες τις λεπτομέρειες. Με περίμενε με το αυτοκίνητό του έξω από το ξενοδοχείο. Δεν είχε αλλάξει καθόλου - λες και είχε βρει ένα τρόπο να ξεγελάσει τα δέκα χρόνια που είχαν περάσει από τότε που τον είχα δει για τελευταία φορά.


"Τι σκάρωσες αυτή τη φορά;" ήταν η πρώτη μου κουβέντα. "Ελπίζω όχι καμμιά κραιπάλη.Μου είπες να βάλω τα καλά μου. Και έχω κόψει τα μεθύσια εδώ και πολλά χρόνια."


"Τίποτε απ' όλα αυτά." χαμογέλασε. "Σήμερα θα σε επιμορφώσω. Θα σε διαπαιδαγωγήσω. Θα σε πάω στην όπερα."


"Θα προτιμούσα την κραιπάλη." τον έκοψα.


"Μη βιάζεσαι. Δεν πάμε μόνοι μας. Εδώ και κάποια χρόνια έχω γνωριστεί λόγω της δουλειάς μου με τον πιο διάσημο κριτικό όπερας στην Αγγλία και κατά πάσα πιθανότητα στην Ευρώπη. Αυτός μου έδωσε τα εισιτήρια και θα είναι μαζί μας. Θα έχουμε ένα ολόκληρο μπαλκόνι δικό μας. Σα να λέμε πρώτο τραπέζι στην πίστα." Ο ενθουσιασμός του έδειχνε να διογκώνεται ενώ εγώ άρχισα να σκέφτομαι "που έμπλεξα".

Μόλις τον είδα τον θυμήθηκα. Τον είχα πετύχει στην τηλεόραση μια φορά. Μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση ο αργός ρυθμός της ομιλίας του, που συνοδευόταν με πολύ προσεκτική επιλογή των λέξεων που χρησιμοποιούσε. Σε έπειθε ότι γνώριζε άριστα το αντικείμενό του χωρίς όμως να προσπαθεί να κάνει επίδειξη των γνώσεών του. Μας είπε ότι θα παρακολουθούσαμε μια όπερα του Ντονιζέττι: Το ελιξίριο της αγάπης.

Το σκηνικό ήταν εντυπωσιακό και οι κομπάρσοι, ή όπως αλλιώς τους λένε στην όπερα, πολυάριθμοι. Αν και ποτέ δε με είχε τραβήξει αυτό το είδος, ομολογώ ότι η παράσταση ήταν αρκετά ευχάριστη. Ένας φουκαράς, ερωτευμένος με μια όμορφη αλλά υπεροπτική δεσποινίδα εναποθέτει τις ελπίδες του σε ένα ελιξίριο που του δίνει ένας τσαρλατάνος. Και τότε συμβαίνει το απροσδόκητο. Έχοντας πιστέψει ότι το ελιξίριο έχει πραγματικά δύναμη, ο ηρωάς μας αποκτά αυτοπεποίθηση και αντιμετωπίζει σχεδόν με αδιαφορία τη νεαρά ύπαρξη. Αυτό την κάνει να τον προσέξει και τελικά ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Το σημείο της παράστασης που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση, ήταν όταν προς στιγμή η μουσική σταμάτησε και τα φώτα χαμήλωσαν. Το ακροατήριο φάνηκε να κρατάει την ανάσα του. Τότε ο τενόρος βγήκε μόνος επί σκηνής και τραγούδησε μια πανέμορφη άρια. Το ακροατήριο τον καταχειροκρότησε και μετά από λίγο η παράσταση συνεχίστηκε κανονικά.



"Τι ακριβώς συνέβη εκεί;" ρώτησα τον ξακουστό συνδαιτήμονά μας. Ο φίλος μου, για να τον ευχαριστήσει για τα εισιτήρια, τον είχε προσκαλέσει να δειπνήσει μαζί μας.

"Είναι το κορυφαίο σημείο της όπερας αυτής." μου εξήγησε. " Η άρια αυτή είναι γνωστή ως Una furtiva lagrima - ένα κρυφό δάκρυ." Τα μάτια του γυάλισαν και άρχισε να απαγγέλει αργά: "Una furtiva lagrima negli occhi suoi spuntò" (κάτι σαν: ένα κρυφό δάκρυ άνθισε στα μάτια της). Ο συνομιλητής μας έδειχνε πραγματικά συνεπαρμένος.



"Πώς ακριβώς ξεκίνησες να ασχολείσαι με την όπερα;" ρώτησα με κάποια μικρή αγένεια αλλά με ακόμη περισσότερη περιέργεια. "Σπούδασες μουσική;"

Κοντοστάθηκε λίγο. Σήκωσε το ποτήρι του και ήπιε δυο γουλιές κόκκινο κρασί. "Όχι. Το αντικείμενο των σπουδών μου δεν είχε καμμία σχέση με μουσική. Είναι μια αλλόκοτη ιστορία για το πώς κατέληξα εδώ που βρίσκομαι."



"Πες μας! Εμείς οι Έλληνες φημιζόμαστε για την εχεμύθειά μας!" φώναξε ο φίλος μου που προηγείτο όλων μας στην κατανάλωση οίνου. Εγώ από την άλλη ένιωθα λίγο άσχημα. Ένιωθα σα να είχαμε στήσει στον τοίχο τον ευγενικό συνομιλητή μας. Σα να είμαστε δημοσιογράφοι κάποιας κουτσομπολίστικης φυλλάδας.


"Θα σας πω. Αλλά θα ήθελα να μείνει μεταξύ μας." απάντησε με το βρετανικό του φλέγμα κάνοντάς με να θαυμάσω την ηρεμία του και την αυτοκυριαρχία του. "Στα νιάτα μου, ήμουν τρελλά ερωτευμένος με μια κοπέλα που τραγουδούσε πανέμορφα. Είχα πάει σε μια μικρή συναυλία που είχε δώσει και είχα φύγει κυριολεκτικά μαγεμένος. Άκουγα τη φωνή της στον ύπνο μου και στον ξύπνιο μου. Τα πράγματα δεν πήγαιναν ιδαίτερα καλά μεταξύ μας. Ήμουν κάτι σαν τον ήρωα της αποψινής όπερας. Αναποφάσιστος, φοβισμένος και διστακτικός. Και σε όλα αυτά είχε έρθει να προστεθεί και το ότι δεν μπορούσα να κάνω βήμα χωρίς να ακούω τη φωνή της."

Μας τα είπε όλα αυτά χωρίς να αλλάξει στο ελάχιστο η έκφρασή του. Στη θέση του θα είχα αλλάξει δέκα χρώματα και μάλλον θα είχα ντραπεί να εξομολογηθώ με τον τρόπο αυτό κάτι τέτοιο από το παρελθόν μου.


"Μέσα στην απόγνωσή μου άρχισα να ψάχνω για κάποια μουσική που θα με έκανε να απαλλαγώ από τις μελωδίες που έπαιζαν ασταμάτητα στο κεφάλι μου. Δοκίμασα τα πάντα και μια μέρα έπεσα πάνω σε ένα δίσκο της Μαρίας Κάλλας. Εκεί τελικά βρήκα τη γιατρειά μου. Άρχισα να ακούω όπερα ασταμάτητα. Τα τραγούδια της κοπέλας εκείνης άρχισαν σιγά σιγά να ωχριούν μπροστά στη δύναμη των τόνων και των χρωματισμών που είχαν οι άριες. Παράλληλα άρχισα να διαβάζω ότι μπορούσα να βρω σχετικά με όπερα. Και είκοσι χρόνια μετά... νάμαι!"


Είχα μείνει άναυδος. Ο φίλος μου είχε ηρεμήσει επίσης αλλά τελικά κατάφερε να ανοίξει το στόμα του. "Τι απέγινε εκείνη η κοπέλα; Είναι καμμιά γνωστή τραγουδίστρια;"

"Όχι. Δε συνέχισε με το τραγούδι." είπε απαλά.

"Και τι; Χαθήκατε έτσι; Εγώ στη θέση σου θα πήγαινα να τη βρω και να της δείξω τι λάθος είχε κάνει να μου φερθεί έτσι. Γιατί δεν ψάχνεις να τη βρεις σε ένα τηλεφωνικό κατάλογο, ή ακόμη καλύτερα στο διαδίκτυο." ο φίλος μου είχε αρχίσει να ξανάβει πάλι. Ήμουν έτοιμος να τον επαναφέρω στην τάξη γιατί είχε αρχίσει να γίνεται ενοχλητικός. Με πρόλαβε όμως η αφοπλιστική ψυχραιμία του συνομιλητή μας.

"Το έχω το τηλέφωνό της. Γιατί δεν της το λες ο ίδιος;" είπε με ένα αινιγματικό χαμόγελο.

"Πάρτην και θα της το πω. Στο υπόσχομαι στο κρασί που πίνουμε." τα μάτια του φίλου μου ήταν πλέον κατακόκκινα.


Έβγαλε το τηλέφωνο από την τσέπη του, έψαξε στους αριθμούς του και πάτησε το κουμπί.

"Ναι εγώ είμαι... Τα παιδιά είναι έτοιμα για ύπνο;... Δε θ' αργήσω. Είμαι με δύο φίλους. Ένας από αυτούς θέλει να σου πει κάτι." τον ακούσαμε να λέει και μετά έδωσε το τηλέφωνο στο φίλο μου.

Thursday, February 4, 2010

Στο λιβάδι των φθινοπωρινών φύλλων



Το κεφάλι μου γύριζε από το θόρυβο και τις φωνές. "Θα βρεις την τελευταία λέξη της τεχνολογίας στην Ακιχαμπάρα" μου είχαν πει και είχαν δίκιο. Περιφερόμουν για περίπου μία ώρα στα καταστήματα, και τα τελευταία επιτεύγματα της ψηφιακής τεχνολογίας άρχισαν να μου προκαλούν μια έντονη δυσθυμία. Ένα πελώριο ερωτηματικό που περιφερόταν στη σκέψη μου δε φαινόταν να βρίσκει ησυχία και στο τέλος οδήγησε τα βήματά μου μακρυά από την τρέλα του κυβερνοχώρου.

Άρχισα να περπατώ γοργά, χωρίς να έχω ξεκάθαρο προορισμό. Απλά ήθελα να βρεθώ κάπου ήσυχα. Δεν ανησυχούσα μη χαθώ - σε κάποια στιγμή ένιωθα ότι δεν ανησυχούσα για τίποτε. Δε χρειάστηκα δεύτερη σκέψη και πέρασα χωρίς να το καταλάβω την πόρτα του μικρού καφέ-εστιατορίου που βρέθηκε μπροστά μου. Πήγα και κάθισα στο μπαρ και κοίταξα γύρω μου. Τι ανακούφιση! Ήμουν ο μόνος πελάτης. Μόλις είχα εξασφαλίσει ένα μικρό διάστημα γαλήνης και δεν έβλεπα την ώρα να το απολάυσω.


Η πάνινη πόρτα της κουζίνας που βρισκόταν πίσω από τον πάγκο του μπαρ άνοιξε και βγήκε από μέσα μια λεπτοκαμωμένη Γιαπωνέζα απροσδιόριστης ηλικίας. Θα μπορούσε να ήταν σαραντάρα και να χαιρόταν κρυφά που πολλοί θα την περνούσαν για εικοσάρα. "Ιρασαιμασέ" μου είπε, σχεδόν δειλά, προσπαθώντας να προσδιορίσει αν ήμουν ένας από τους ελάχιστους εκείνους τουρίστες που καταλάβαιναν και μιλούσαν τη γλώσσα της. Εγώ όμως ήξερα καμμιά δεκαριά λέξεις που είχα μάθει στο αεροπλάνο για το
Τόκιο. Βλέπεις ο διευθυντής μου μου είχε ανακοινώσει μόλις δέκα μέρες πριν ότι θα αντιπροσωπεύα την εταιρεία στο συνέδριο της Ιαπωνίας. "Ποιος τη χάρη σου" είχε προσθέσει καθώς μου έδινε το εισητήριο.


Για μερικά δευτερόλεπτα κοίταξα τη σερβιτόρα που τα χαρακτηριστικά της είχαν αρχίσει να μου φαίνονται όλο και πιο γοητευτικά. "Εεεε" απάντησα κάνοντας συνειδητή προσπάθεια να φανώ αμήχανος. "Η αμηχανία είναι μια μορφή ευγένειας" μου είχε πει ένας συνάδελφος από το γραφείο που υποστήριζε ότι γνώριζε καλά τη μακρινή αυτή χώρα. Η σερβιτόρα μου χαμογέλασε. Είχε σίγουρα βεβαιωθεί ότι δεν μπορούσα να μιλήσω τη γλώσσα της και ενδεχομένως να ένιωσε και ανακούφιση για το ότι δε θα είχε
να υποστεί τη φλυαρία μου.


Πήρα τον κατάλογο και της έδειξα ένα πιάτο σούσι και ένα ποτήρι σάκε. "Ντόμο" μου είπε και χάθηκε πίσω από την πάνινη πόρτα. Και τότε ήταν που για πρώτη φορά πρόσεξα ότι το σχέδιο στην πόρτα δεν ήταν κάποια αφηρημένη γεωμετρική δημιουργία αλλά ένα σύμπλεγμα από γιαπωνέζικους χαρακτήρες.

Ήμουν ήδη πέντε μέρες στην Ιαπωνία και περιτριγυριζόμουν από άπειρες επιγραφές που δε σήμαιναν τίποτε για μένα. Δεν είχα ξανανιώσει την περιέργεια να καταλάβω καμμία από αυτές. Και τώρα, στην ασήμαντη αυτή άκρη της μεγαλούπολης ένιωσα μια ακατανίκητη επιθυμία να καταλάβω τι μπορεί να κρυβόταν πίσω από τα άγνωστα αυτά σχήματα. Ήταν επειδή τα μάτια μου είχαν ακολουθήσει τη σιλουέτα της κοπέλας που είχε χαθεί πίσω από τα σχήματα αυτά και πίστευα ότι το νόημα τους θα μου έλεγε κάτι για κείνη; Ήταν επειδή σημάδεψαν την πρώτη στιγμή γαλήνης που είχα στο ταξίδι εκείνο; Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω ήταν ότι χωρίς δεύτερη σκέψη έβγαλα τη μικρή μηχανή μου και απαθανάτισα τους αινιγματικούς αυτούς χαρακτήρες.

Η όμορφη, πλέον, σερβιτόρα ξαναφάνηκε μετά από τρία λεπτά. Μου έφερε αυτά που είχα παραγγείλει και με το βλέμμα της μου ευχήθηκε καλή όρεξη. Έμεινα εκεί σχεδόν για είκοσι λεπτά. Το σάκε είχε ευεργετική επίδραση στο κουρασμένο μου μυαλό και με έκανε να ξεχάσω το συνέδριο και τις συναντήσεις που έπρεπε να κάνω. Άρχισα να συλλογίζομαι ένα από τα πράγματα που με είχαν μαγέψει στη χώρα αυτή. Οι άνθρωποι εκεί μιλούν με τα μάτια. Οι λέξεις είναι μια απλή υπόκρουση στις ολοκληρωμένες προτάσεις που μπορεί να μεταφέρει ένα παιχνίδισμα των ματιών...


Τελικά σηκώθηκα από το καθισμά μου και ετοιμάστηκα να φύγω. Η κοπέλα σήκωσε τη ματιά της από κάτι που έγραφε και μου χαμογέλασε. "Αρίγκατο" μου είπε και πρόσθεσε κάποια άλλη λέξη που δεν κατάλαβα. Την κοίταξα προσπαθώντας να της πω ότι η παρουσία της είχε ομορφύνει το σύντομο εκείνο γεύμα μου. Της χαμογέλασα και της είπα δύο από τις λέξεις που είχα μάθει στο αεροπλάνο: "Τζιά. Ματά." "Ματά" μου αποκρίθηκε και εκείνη αν και ξέραμε και οι δυο ότι αυτό ήταν ψέμα. Δε θα ξαναβλέπαμε ποτέ ο ένας τον άλλο.


Ξέχασα τους χαρακτήρες της πάνινης πόρτας για το υπόλοιπο του ταξιδιού μου. Στο αεροπλάνο της επιστροφής καθόμουν δίπλα σε ένα μεσόκοπο Γιαπωνέζο ο οποίος διάβαζε ένα βιβλίο στα Αγγλικά. Χαζεύοντας τις φωτογραφίες που είχα τραβήξει στο Τόκιο, έφτασα και στη φωτογραφία της πόρτας. "Τώρα θα λύσω το μυστήριο" είπα μέσα μου. Με ευγένεια και αμηχανία διέκοψα το διάβασμα του και του έπιασα κουβέντα. Αφού ένιωσα άνετα με το συνομιλητή μου, του έδωσα να δει τη φωτογραφία και τον παρακάλεσα να μου εξηγήσει το νόημα των χαρακτήρων αυτών.

Η αγωνία μου μεγάλωνε. Ένιωθα ότι ίσως η απάντησή του να αφαιρούσε κάτι από τη μαγεία της σύντομης εκείνης εμπειρίας μου. Ίσως οι χαρακτήρες να σήμαιναν "Απαγορεύεται η είσοδος", ή "Η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά" ή κάτι άλλο πεζό και ασήμαντο. Ο συνταξιδιώτης μου χαμογέλασε. "Είναι ένα από τα ρητά που έχουμε στην Ιαπωνία" μου είπε. "Διαβάζεται Νάνα Κορόμπι Για Οκι" συνέχισε. Ξαφνικά άρχισα να νιώθω ότι το φινάλε της επίσκεψης μου στο μικρό εκείνο εστιατόριο θα ήταν τόσο ασυνήθισο όσο και η αίσθηση που μου δημιούργησαν τα είκοσι λεπτά που πέρασα εκεί. Έμαθα ότι οι λέξεις αυτές σημαίνουν " Επτά πέφτεις οκτώ σηκώνεσαι". Ο συνταξιδιώτης μου μου εξήγησε ότι η φράση αυτή εκφράζει την υπομονή και την
επιμονή που πρέπει να έχει κανείς στη ζωή του."Να πέσεις επτά φορές και να σηκωθείς οκτώ" θα μπορούσε να είναι μια ελεύθερη απόδοση της σημασίας των χαρακτήρων αυτών.


Έχει περάσει κάμποσος καιρός από τότε που συνέβησαν όλα αυτά. Αλλά η μαγεία των χαρακτήρων αυτών είναι κάτι που νιώθω ακόμη που και που. Όταν μερικές φορές με κυκλώνει κάποια στενοχώρια και παρασύρομαι σε κακές σκέψεις, τότε ανοίγει στο μυαλό μου η πάνινη πόρτα και η κοπέλα με το ζεστό χαμόγελο μου ψιθυρίζει "Μπορεί να πέσεις επτά φορές. Να σηκωθείς, όμως, οχτώ."