
Είχα να δω τον Ταντάσι για πάνω από είκοσι χρόνια. Οι βραδιές που με την υπόλοιπη παρέα εξερευνούσαμε και ανακαλύπταμε τη νυχτερινή ζωή της Νέας Υόρκης είχαν μείνει χαραγμένες βαθιά στη μνήμη μου αλλά δεν γνώριζα με τι εντυπώσεις τις θυμόταν εκείνος.
Ο Ταντάσι ήταν ο γραφικός τύπος της παρέας. Μίλαγε σε όλους, τους πείραζε, τον πείραζαν και ήταν πάντα χαμογελαστός. Θυμάμαι ένα βράδυ που είχα τις κλειστές μου και δεν είχα όρεξη για τα αστεία του. Ήρθε και μου ζήτησε να του μάθω μια καινούργια φράση στα Ελληνικά. Του είπα ότι θα του μάθω να λέει "Με τέτοια καλή παρέα πάω οπουδήποτε". Αντί γι' αυτό του έμαθα να λέει "Σας τα έχω πρήξει με τις ερωτήσεις μου". Και μπορώ να πω ότι κατάφερε να το αρθρώσει σχεδόν άψογα σε τέσσερις άλλους Έλληνες που ήταν στην παρέα εκείνο το βράδυ. Αυτοί γελούσαν ασταμάτητα. Και κείνος δε ρωτούσε γιατί. Γελούσε ακόμη περισσότερο...
Το εστιατόριο ήταν μικρό και παράμερο αλλά δεν έπεφτε ούτε καρφίτσα. Ο Ταντάσι μου εξήγησε ότι ήταν ένα από τα μυστικά του Κυότο και ότι έκλεισε το τραπέζι αμέσως μόλις τον ειδοποίησα για την επίσκεψή μου. Δεν άργησα να καταλάβω το γιατί. Είχα δειπνήσει σε πολλά Γιαπωνέζικα εστιατόρια. Αλλά αυτό ήταν κάτι διαφορετικό. Δεν ήρθαν ποτέ να πάρουν παραγγελία. Απλώς μας ρώτησαν αν θα πίναμε. Μετά από αυτό άρχισαν να μας φέρνουν δίσκους με σούσι και σάκε μέχρι που χρειάστηκε να τους σταματήσουμε. Κάθε δίσκος ήταν διαφορετικός από τον προηγούμενο και δεν έμοιαζε με τίποτε απ' ότι είχα δοκιμάσει. Κάθε μπουκιά ήταν μια ξεχωριστή δημιουργία που κυριολεκτικά μιλούσε στο στόμα σου.
Η συζήτησή μας στην αρχή ήταν τυπική: δουλειά, οικογένεια, σχέδια κλπ. Το σάκε όμως σύντομα μας χαλάρωσε και αρχίσαμε να θυμόμαστε τα παλιά. Χωρίς να αναφέρω τίποτε μου θύμισε για τα Ελληνικά που του είχα μάθει και έμεινα με τα μάτια γουρλωμένα όταν τον άκουσα να λέει αργά και καθαρά: "Σας τα έχω πρήξει με τις ερωτήσεις μου". Δεν γέλασα όπως θα είχα κάνει είκοσι χρόνια πριν. Αντί γι' αυτό έσκυψα το κεφάλι μου και κοίταξα το ποτήρι μου που ήταν μισοάδειο. Τι έπρεπε να κάνω; Να τον αφήσω στην πλάνη του ή να διακινδυνεύσω να τινάξω στον αέρα ένα υπέροχο δείπνο. Γιατί απ' όλες τις φράσεις που του είχα μάθει, έπρεπε να θυμηθεί αυτή.
Τον κοίταξα στα μάτια και σα μικρό παιδί που το είχαν πιάσει να κλέβει γκαζές από το βάζο, του εξήγησα την πραγματική σημασία της φράσης. "Καμπάι!" μου είπε προτείνοντας το ποτήρι του. Δε φαινόταν να τον έχει πειράξει καθόλου. "Το δώρο της ειλικρίνειας είναι ανεκτίμητο" μου είπε. "Θα σου κάνω κι εγώ ένα δώρο" συνέχισε. Είχα ήδη μείνει να τον κοιτάω σα χάνος. Μου προσέφερε, σα δώρο, πέντε λεπτά κουβέντας με ένα "σοφό" που κατοικούσε λίγο έξω από το Κυότο. Τα πέντε αυτά λεπτά κόστιζαν το αντίστοιχο των εκατό ευρώ. Ο σενσέι όπως τον αποκαλούσαν συγκέντρωνε τα χρήματα αυτά και τα διοχέτευε σε φιλανθρωπικούς σκοπούς. Ο ίδιος ζούσε πολύ λιτά και συναντιόταν με ανθρώπους για τρεις ώρες την ημέρα. Αφιέρωνε τον υπόλοιπο χρόνο του στη μελέτη και την περισυλλογή.
Τα πάντα ήταν ακριβώς όπως τα περιέγραψε ο Ταντάσι. Η αυλή του σπιτιού του σενσέι ήταν κατάμεστη αλλά όλοι ήταν ήσυχοι και πειθαρχημένοι. Όταν έφτασε η ώρα μου, μπήκα στο φυσικά φωτισμένο δωμάτιο του σενσέι. Καθόταν πίσω από ένα ξύλινο, λιτό μα κομψό γραφείο σε μια καρέκλα που φαινόταν κάτι λιγότερο αναπαυτική. Άρχισσα να κοιτάζω τις πολλές φωτογραφίες και εικόνες που στόλιζαν τους τοίχους. Μια πραγματικά αλλόκοτη συλλογή. Εικόνες της φύσης, πορτραίτα ανθρώπων που δε γνώριζα και αποκόμματα από εφημερίδες που δεν μπορούσα να διακρίνω. Ο σενσέι με μελετούσε προσεκτικά. το βλέμμα του πήγαινε από τα μάτια μου, στα χέρια μου έκανε ένα γύρο στα ρούχα που φορούσα και μετά πάλι απ' την αρχή.
Αφού είχε περάσει πάνω από μισό λεπτό, τον άκουσα να λέει: "Καταλαβαίνεις Γιαπωνέζικα;". "Αν μιλάτε καθαρά και αργά θα σας καταλάβω" του αποκρίθηκα. "Τι ψάχνεις;" με ρώτησε τονίζοντας τη λέξη που έχει δυνητικά την έννοια της εσωτερικής και πνευματικής αναζήτησης. Ένιωσα αμήχανα. Δεν ήμουν προετοιμασμένος για την κουβέντα μας. Ποτέ μου δεν πίστευα σε γκουρού, σοφούς και λοιπούς σωτήρες. Όταν ο Ταντάσι μάλιστα μου είπε για το "δώρο" του ένιωσα παράξενα και δεν αρνήθηκα μόνο και μόνο για να μην τον προσβάλω.
"Πέστε μου κάτι που να μην έχω ακούσει ποτέ." του είπα με μια ελαφριά περιπαιχτική διάθεση. "Θα σου μάθω μια καινούργια λέξη. Μια λέξη που εσείς οι δυτικοί συχνά προσπερνάτε." είπε με μια σταθερή και γλυκειά φωνή. Διάλεγε τις εκφράσεις του πολύ επιδέξια. Το ύφος του δεν ήταν υπεροπτικό αλλά ο λόγος του είχε σθένος. "Είναι η λέξη "αιζόο". Σημαίνει αγάπη και μίσος, ταυτόχρονα."
"Τι θα πει αυτό;" τον ρώτησα. "Δεν μπορώ να σου εξηγήσω τι θα πει. Για σκέψου απλά κάτι από τη ζωή σου που σε έκανε να νιώσεις αυτά τα δύο συναισθήματα με αλλεπάλληλες εναλλαγές. Κάθε άνθρωπος το περνάει αυτό τουλάχιστο μια φορά στη ζωή του. Δεν ξέρει να το εξηγήσει γιατί θεωρεί ότι η αγάπη και το μίσος είναι δύο τελείως διαφορετικά πράγματα. Και κάπως έτσι είναι. Αλλά που και που όταν το ένα από τα δύο γίνεται υπέρμετρο τότε έλκει και το άλλο δίπλα του. Και αυτό δε γίνεται μόνο με την αγάπη και το μίσος. Πολλά αντίθετα συνυπάρχουν εκεί που δεν το περιμένουμε. Η δύναμη πάει χέρι χέρι με την αδυναμία και η σοφία με την αμυαλιά. Βλέπεις η φύση είναι σοφή. Βάζει το δηλητήριο μαζί με το αντίδοτο."
Η νους μου άρχισε να τρέχει με γρήγορους ρυθμούς. Ο σενσέι είχε περιγράψει εμπειρίες που είχα ζήσει αλλά δεν είχα καταλάβει με τον τρόπο που μου εξήγησε. Άρχισα να μαγεύομαι από την απλότητα και τη δύναμη του συλλογισμού του. Οι λέξεις του μου είχαν φανερώσει κάτι που χρόνια υπήρχε γύρω μου αλλά ποτέ δεν είχα αναγνωρίσει. Δεν βρήκα τι να αποκριθώ. Αντί γι αυτό άρχισα να τον κοιτώ, να τον μελετώ. Το βλέμμα μου πήγαινε από τα μάτια του στα χέρια του, έκανε ένα γύρο στα ρούχα του και μετά πάλι από την αρχή. Εκείνος ήρεμα κοίταγε τις εικόνες και τις φωτογραφίες που ήταν κρεμασμένες στους τοίχους.



